Όχι των παρόχων ενέργειας στην φορολόγηση των υπερκερδών | Τι λένε σε επιστολή τους

Share on:

Την αντίδρασή του στη φορολόγηση των υπερεσόδων από τη λιανική εκφράζει ο Ελληνικός Σύνδεσμος Παρόχων Ενέργειας με επιστολή του προς τα υπουργείο Ενέργειας και Οικονομικών.

Όπως αναφέρεται στην επιστολή, «ο Σύνδεσμός μας είχε από την πρώτη στιγμή επισημάνει ότι οι διατάξεις του Νόμου 4951/2022 (άρθ. 138) αναφορικά με την τιμολόγηση των τελικών πελατών βάσει προβλεπόμενων τιμών, σε τόσο ευμετάβλητες συνθήκες, εκ των πραγμάτων θα οδηγούσε σε αύξηση των τιμολογίων λόγω του πολύ υψηλού ασφάλιστρου (risk premium) που πρέπει να καταβληθεί από τους προμηθευτές στα πλαίσια της αντιστάθμισης του σχετικού κινδύνου μέσω χρηματοπιστωτικών παραγώγων (hedging). Ιδίως οι μακροχρόνιες προβλέψεις, για διάστημα σχεδόν δύο μηνών, δημιουργούν ακόμα υψηλότερο κόστος, εφόσον ο κίνδυνος των margin calls δρα πολλαπλασιαστικά επί των ήδη υψηλών ασφαλίστρων. Σημειώνεται δε ότι, οι συγκεκριμένες διατάξεις ουδέποτε παρουσιάστηκαν σε δημόσια διαβούλευση, ούτε συζητήθηκαν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής».

Προσθέτει, δε, ότι «στο πλαίσιο αυτό, λίγους μήνες μετά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, προκαλεί εντύπωση η εξαγγελία νέας -αιφνίδιας- νομοθετικής ρύθμισης που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της αύξησης των τελικών τιμολογίων προμήθειας μέσω της έκτακτης φορολόγησης των προμηθευτών ενέργειας, όταν έχει εξ αρχής επισημανθεί ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός θα επέβαλε την ενσωμάτωση του κινδύνου των αγορών και του κόστους της αντιστάθμισης αυτού, στα προσφερόμενα τιμολόγια και θα οδηγούσε στην αύξησή τους.

Εντύπωση προκαλεί ιδίως το γεγονός ότι, η αύξηση στις τελικές χρεώσεις των καταναλωτών φαίνεται να αποδίδεται στις εμπορικές πρακτικές των προμηθευτών ενέργειας, που εμφανίζονται ως να απολαμβάνουν υπερκέρδη, τη στιγμή μάλιστα που εκ του νόμου, στα πλαίσια της συγκεκριμένης ρύθμισης, δεν επιτρέπεται να χορηγήσουν στους πελάτες τους εκπτώσεις που συνδέονται με το ύψος των τιμών στην Προημερήσια Αγορά ή με οποιοδήποτε ex-post δείκτη του χονδρεμπορικού κόστους. Στην περίπτωση δηλαδή που οι προβλεπόμενες τιμές του χονδρεμπορικού κόστους υπερβαίνουν αυτές που εν τέλει διαμορφώνονται στην αγορά, οι προμηθευτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν έναν σαφώς καθορισμένο και διαφανή μηχανισμό για την επιστροφή των αναλογούντων ποσών των χρεώσεων προμήθειας -μετά τα αποτελέσματα της αντιστάθμισης κινδύνου-  στους καταναλωτές».

Ο ΕΣΠΕΝ αναφέρει, ακόμη ότι «επί της ουσίας, η απαγόρευση όλων των εναλλακτικών τύπων τιμολογίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πέραν των προβλεπόμενων στις εν λόγω διατάξεις, σταθερών και κυλιόμενα σταθερών, καταργεί τη δυνατότητα εφαρμογής οποιασδήποτε εμπορικής πολιτικής, περιορίζει τον ανταγωνισμό και υποχρεώνει τους προμηθευτές να προσφέρουν πανομοιότυπα προϊόντα».

Όσον αφορά αυτόν καθεαυτόν μτον σχεδιασμό της ρύθμισης για τη φορολόγηση των υπερεσόδων, ο ΕΣΠΕΝ υπογραμμίζει: «Σε κάθε περίπτωση, ο όποιος σχεδιασμός σχετικής ρύθμισης για την έκτακτη φορολόγηση των προμηθευτών ενέργειας είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να βασίζεται στις αυτοτελείς οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών, όπου αποτυπώνεται τόσο το συνολικό κόστος που σχετίζεται με τη δραστηριότητα της προμήθειας, όσο και το πραγματικό κόστος προμήθειας που επωμίζεται ο καταναλωτής, σταθμίζοντας εκπτώσεις και άλλες ωφέλειες επί του ανταγωνιστικού σκέλους των τιμολογίων. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογίζεται τόσο το κόστος των ασφαλίστρων κινδύνου (risk premium) όσο και τα αποτελέσματα της αντιστάθμισης αυτού (hedging gains/ losses), καθώς και το κόστος για την κάλυψη των ιδιαιτέρως αυξημένων αναγκών χρηματοοικονομικής ρευστότητας κατά την τρέχουσα περίοδο. Στην αξιολόγηση θα πρέπει προφανώς να ληφθούν υπόψη και οι επισφαλείς απαιτήσεις που σχετίζονται με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και την Καθολική Υπηρεσία και οι οποίες εν τέλει αποτελούν ζημία για τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών».

Όσον αφορά αυτόν καθεαυτόν μτον σχεδιασμό της ρύθμισης για τη φορολόγηση των υπερεσόδων, ο ΕΣΠΕΝ υπογραμμίζει: «Σε κάθε περίπτωση, ο όποιος σχεδιασμός σχετικής ρύθμισης για την έκτακτη φορολόγηση των προμηθευτών ενέργειας είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να βασίζεται στις αυτοτελείς οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών, όπου αποτυπώνεται τόσο το συνολικό κόστος που σχετίζεται με τη δραστηριότητα της προμήθειας, όσο και το πραγματικό κόστος προμήθειας που επωμίζεται ο καταναλωτής, σταθμίζοντας εκπτώσεις και άλλες ωφέλειες επί του ανταγωνιστικού σκέλους των τιμολογίων. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογίζεται τόσο το κόστος των ασφαλίστρων κινδύνου (risk premium) όσο και τα αποτελέσματα της αντιστάθμισης αυτού (hedging gains/ losses), καθώς και το κόστος για την κάλυψη των ιδιαιτέρως αυξημένων αναγκών χρηματοοικονομικής ρευστότητας κατά την τρέχουσα περίοδο. Στην αξιολόγηση θα πρέπει προφανώς να ληφθούν υπόψη και οι επισφαλείς απαιτήσεις που σχετίζονται με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και την Καθολική Υπηρεσία και οι οποίες εν τέλει αποτελούν ζημία για τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών».


Share on: